PRESS
Marie Claire Greece 16/12/2025 to Georgia Karkani
Full Greek & English text bellow
Σε κάθε θεατρική παράσταση, ταινία, τηλεοπτική σειρά, ενώ οι προβολείς εστιάζουν στους ηθοποιούς, στα παρασκήνια εμπνέεται και δημιουργεί ακούραστα μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων οι οποίοι μπορεί να παίζουν εξίσου σημαντικό, αν όχι σημαντικότερο, ρόλο. Αυτή τη φορά, λοιπόν, στρέφουμε τα φώτα στη Μαγιού Τρικεριώτη, την ενδυματολόγο και σκηνογράφο που, στη διεθνή καριέρα που έχει χτίσει με έδρα το Λονδίνο, συνεχίζει να δίνει χώρο και χρόνο και σε ελληνικές παραγωγές.
Έχει ντύσει τους ηθοποιούς και του David Cronenberg (Viggo Mortensen, Léa Seydoux, Kristen Stewart, «Crimes of the Future», 2022) και του Αλέξανδρου Αβρανά (Jim Carrey, Marton Csokas, Charlotte Gainsbourg, «Dark Crimes», 2016) και των Μιχαήλ Μαρμαρινού και Λευτέρη Βογιατζή στο θέατρο. Έχει σχεδιάσει τα σκηνικά και για βρετανικές παραστάσεις και για ελληνικές, όπως το «Πάρτι της ζωής μου» (2023) της Ελένης Ράντου με τα διαδοχικά sold-out. Αφορμή της συνέντευξής μας έγινε η συνεργασία της ως ενδυματολόγου με τη βιβλική δραματική σειρά «House of David», που γυρίστηκε στην Ελλάδα από την Argonauts Productions του Παναγιώτη Παπαχατζή, για να αφηγηθεί την άνοδο της βιβλικής μορφής του Δαυίδ, ο οποίος τελικά γίνεται ο πιο ξακουστός και δοξασμένος βασιλιάς του Ισραήλ.
Ένα δημιουργικό ταξίδι στο 1.000 π.Χ.
Τι έχετε αποκομίσει μέχρι σήμερα από την εμπειρία της συνεργασίας σας με το «House of David»;
«Υπήρξε ένα πραγματικό σχολείο για το πώς μια διεθνής παραγωγή μπορεί να αναπνεύσει μέσα από την ελληνική δημιουργικότητα. Είναι σπάνιο να βλέπεις Έλληνες επικεφαλής σε τόσο μεγάλα τμήματα –φωτογραφία (Σίμος Σαρκετζής), κοστούμια (Μαγιού Τρικεριώτη), σκηνικά (Δημήτρης Zιάκας)– να λειτουργούν δίπλα σε διεθνείς συνεργάτες· αυτό δημιούργησε ένα απίστευτα ζωντανό περιβάλλον, όπου το πάθος και η πειθαρχία συναντιούνται.
Η συνεργασία μου με τους Αργοναύτες και τον Πάνο Παπαχατζή υπήρξε εξαιρετική. Οι Αργοναύτες δημιούργησαν ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης και επαγγελματισμού, που μας επέτρεψε να δουλέψουμε δημιουργικά και με αληθινή συνοχή. Ο Πάνος αντιλαμβάνεται τη σημασία της ομάδας και επενδύει πραγματικά στους ανθρώπους του· εκτιμώ πάντα την εμπιστοσύνη που μου δείχνει, και το αποτέλεσμα το αποδεικνύει κάθε φορά».
«Μου λείπουν τα κοστούµια εποχής», είχατε πει σε παλαιότερη συνέντευξή σας. Τι απολαµβάνετε περισσότερο στον σχεδιασµό κοστουµιών για το «House of David»;
«Η αλήθεια; Μου λείπει η αυθάδεια του παρελθόντος – αυτό το θράσος της ύλης να επιµένει να επιβιώνει αιώνες. Είναι οξύµωρο αλλά πανέµορφο: όσο µεγαλύτερη η έρευνα, τόσο πιο δηµιουργική η ελευθερία. Αν δεν γνωρίζεις πού ήταν τα όρια, δεν µπορείς και να τα σπάσεις. Η έρευνα µου λέει τι υπήρχε. Η φαντασία µου αποφασίζει τι θα υπήρχε, Στο «House of David» βρήκα ένα παρελθόν τόσο µακρινό, που µου επέτρεψε να το εφεύρω ξανά. Σαν να µου είπαν: «Δείξε µας πώς θα έμοιαζε το 1000 π.Χ., αν το είχες σχεδιάσει εσύ».
Οι συνθήκες των ελληνικών τοποθεσιών των γυρισµάτων του «House of David», όπως το µεσογειακό φως, η θερµοκρασία, ποιον ρόλο παίζουν στον σχεδιασµό και την κατασκευή των κοστουµιών;
«Πολύ. Το ελληνικό φως δεν κάνει χάρες. Αποκαλύπτει. Ζητά υφάσµατα που αναπνέουν, πατρόν που αντέχουν, κοστούµια που ιδρώνουν µε αξιοπρέπεια. Ακόµα και αν ‘κλέβουµε’ σε λεπτοµέρειες για να κρατάµε τους ηθοποιούς δροσερούς στον καύσωνα ή ζεστούς στο κρύο. Με τον ίδιο τρόπο επηρεάζει την κατασκευή το αν οι ήρωες ιππεύουν άλογα ή γαϊδουράκια, αν πληγώνονται ή δολοφονούνται. Και ναι, το χώµα αφήνει ίχνη στο φόρεµα. Ευτυχώς».
Στα κοστούμια εποχής δουλεύετε µε τα υλικά που ήταν διαθέσιµα τότε ή µπορεί και ένα πιο σύγχρονο υλικό να δώσει ένα ικανοποιητικό αποτέλεσµα;
Αν είναι να φτιάξεις έναν κόσµο, ξεκινάς µε την αλήθεια της ύλης. Ήταν από τα
πρώτα και τα πιο γοητευτικά στοιχήµατα που είχαµε να αντιµετωπίσουµε και γι’ αυτό ταξιδέψαµε σε πάρα πολλές χώρες για να βρούµε αρκετά µεγάλη ποικιλία υφασµάτων και δερµάτων για να δηµιουργήσουµε τον κόσµο αυτό. Χέρι, βελόνα, ύφασµα που ξέρει να ζει. Κεντηματα και ραφές στο χέρι ακόµα και σε σηµεία που η κάµερα δεν είδε ποτέ. Να µην φαίνεται ποτέ σηµάδι ραπτοµηχανής για µια αυθεντική αίσθηση «αρχαιότητας». Tρισδιάστατη ιστορία.
Και μέσα από ποια διαδικασία τούς δίνετε το εφέ του παλιοκαιρισµένου;
«Λες στο ύφασµα µια ιστορία: Από πού πέρασες; Πόσες φορές πλύθηκες; Πού πληγώθηκες, πού σκοτώθηκες; Ποιος σε έραψε ξανά όταν µεγάλωσε το παιδί που σε φορούσε; Μια αφήγηση µε λάσπη, ιδρώτα, και µία δόση λυρισµού σκαλίζεται σε ένα κοστούµι, σαν να έχει ήδη ζήσει».
Αν η ιστορία του «House of David» είναι συµβολικά η νίκη του µικρού και ανίσχυρου επί του γίγαντα, ποιο είναι, για εσάς, το σηµαντικότερο µήνυµά της στη σύγχρονη εποχή;
«Το µικρό απέναντι στο γιγάντιο. Η σφεντόνα απέναντι στον θόρυβο. Το σχέδιο απέναντι στο σύστηµα. Οι πλέον τρανταχτές νίκες έρχονται από εκεί που δεν περιµένουµε».
Ένα παιδικό βασίλειο γεμάτο τέχνη
Για να πάμε στην αφετηρία της καλλιτεχνικής διαδρομής της, πρέπει να ταξιδέψουμε στον χρόνο πιο πίσω κι από τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο του Κεντ και τη μαθητεία της στο Bristol Old Vic. Να φτάσουμε μέχρι τα παιδικά της χρόνια όταν, ως κόρη της ποιήτριας Τζένη Μαστοράκη και του εκδότη Βαγγέλη Τρικεριώτη, μεγάλωνε, όπως μας λέει, «σε ένα σπίτι γεµάτο λέξεις και σιωπές, αλλά και ανάµεσα στα ράφια του βιβλιοπωλείου Πρωτοπορία (όταν δεν βοηθούσε στο ταµείο να δίνει ρέστα)».
Η παιδική ηλικία σας ήταν γεμάτη με βιβλία, λογοτεχνία αλλά και θέατρο. Πώς επηρέασε τη μετέπειτα καλλιτεχνική διαδρομή σας;
«Στα παιδικά µου χρόνια, σαν κάτι απολύτως φυσικό στήθηκε ένας ολόκληρος εκδοτικός οίκος µε κουβέντες στο σαλόνι και πολλή δουλειά. Και το σχεδόν συνοµήλικό µου βιβλιοπωλείο από υπόγειο έγινε επίγειο και μέχρι να γίνω 12 χρονών, γιγάντιο στα µάτια µου τότε.
Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον γεµάτο με βιβλία, με τον ήχο της γραφοµηχανής της µαµάς µου σαν αδιάκοπη μουσική. Στο σπίτι µας, οι άνθρωποι του θεάτρου είχαν µέγεθος ανθρώπινο. Ο Λευτέρης, ο Βασίλης, ήταν µια αγκαλιά πριν το µυαλό µου να αντιληφθεί το µέγεθος. Η µαγεία του θεάτρου βρισκόταν στα διαλείµµατα της ‘κανονικότητας’, όταν η µαµά έλεγε το σπάνιο ‘ναι’ σε µια θεατρική µετάφραση. Τότε είχα την τύχη να βρεθώ σε πρόβες και σε παρασκήνια, εγώ δειλά σιωπηλή, η µαµά µου να διορθώνει µε ακρίβεια κάθε λέξη, κι εγώ να βλέπω πως η µαγεία είναι συνεργασία, επιµονή και λεπτοµέρεια.
Η τηλεόραση και ο κινηµατογράφος ήταν άπιαστα. Κάπως σαν να ‘ανήκαν’ γεωγραφικά στον θείο µου κάπου πολύ πολύ µακριά που το έλεγαν Los Angeles που ακόµα και τα τηλεφωνήµατα ήταν δύσκολα.
Από εκεί κάπου ξεπρόβαλα, να σπουδάσω θέατρο και σκηνογραφία με πυξίδα τον λόγο, το κείµενο, πιστή στο να καταλάβω πρώτα τη γλώσσα πριν να χτίσω τον κόσµο, στο ότι εικόνα χωρίς βάθος δεν έχει µέλλον. Παρ’ ολ’ αυτά, στο πρώτο τρίμηνο στο πανεπιστήµιο ζήλεψα τη θεατρική παιδεία µε την οποία έρχονταν οι συµµαθητές µου. Σαν να είχαν συµπληρώσει ήδη, κρυφά, µήνες σπουδών».
Ανάμεσα σε κόσμους
Στη δηµιουργία ενός θεατρικού σκηνικού, ποιες είναι συνήθως οι πηγές έµπνευσής σας; Έχετε νιώσει, ιδιαίτερα στο ελληνικό θέατρο, οι περιορισµοί στο budget να σας οδηγούν σε συµβιβασµούς στη σκηνογραφία ή βρίσκετε πάντα τον τρόπο να υλοποιήσετε ένα όραµα;
«Η έµπνευση έρχεται από το κείµενο, τη µουσική, τη γεωµετρία της σκηνής ή του χώρου. Το budget είναι πάντα µικρό, ακόµα και όταν είναι µεγάλο, αλλά γίνεται όχηµα φαντασίας. Καμιά φορά φυσικά είναι σαν κακός συνεργάτης: σε περιορίζει, σε εκνευρίζει – αλλά σε ωθεί να βρεις λύσεις. Οι µικρές παραγωγές κρύβουν µεγάλη γενναιοδωρία».
Στον σχεδιασµό κοστουµιών, η μετάβαση από το θέατρο στις τηλεοπτικές και κινηµατογραφικές παραγωγές ποιες ιδιαίτερες προκλήσεις είχε για εσάς;
«Είναι διαφορετικά επαγγέλµατα: για τη µικρή σκηνή πρέπει να σκεφτείς θεατρικά, για την κάµερα πρέπει να σκεφτείς πώς γράφει το ύφασµα.Όµως και τα δύο συµπληρώνουν η µία τη σκηνικάτητα της άλλης. Η κάµερα βλέπει άλλα πράγµατα από το κοινό του θεάτρου. Οδηγεί το βλέµµα στη λεπτοµέρεια. Πρέπει να είσαι οπλισµένος µε υποµονή και µαθηµατικά. Στην τηλεόραση, µια ριγέ πτυχή µπορεί να σε εκθέσει. Στο θέατρο, µπορεί να σε απογειώσει. Άλλο ένστικτο, άλλη υπομονή και άλλη γεωµετρία. Αλλά και τα δύο, στο τέλος, µιλούν για το πώς να πεις µια ιστορία».
Συνεργασίες που εμπνέουν
Η ιδιοσυγκρασία του ηθοποιού που θα τον υποδυθεί ποιον ρόλο παίζει στον σχεδιασµό ενός κοστουµιού; Ποιοι ηθοποιοί µε τους οποίους έχετε συνεργαστεί σάς έχουν εµπνεύσει περισσότερο, π.χ. από το στυλ, την προσωπικότητα, τον τρόπο που κινούνται;
«Είµαι εξαιρετική stalker. Ψάχνω φωτογραφίες, βίντεο, παρατηρώ όπως παρατηρείς κάποιον που θα ερωτευτείς. Κίνηση, σώµα, ρυθμό, πώς περπατά, πώς στέκεται, πού σταµατά. Αν δεν τα καταλάβω, δεν µπορώ να δημιουργήσω κοστούμι. Το κοστούμι πρέπει να υπακούει τον ηθοποιό. Η συνεργασία το απογειώνει. Αλλιώς είναι µεταµφίεση, όχι ρόλος.
Πολλές φορές δεν υπάρχει η πολυτέλεια να γνωρίζω ποιος θα υποδυθεί έναν ρόλο πριν σχεδιάσω το κοστούµι και αυτό ανεβάζει το επίπεδο δυσκολίας, χρειάζεται ελιγµούς. Όµως είναι µεγάλη χαρά όταν σχεδιάζεις για τον ίδιο ηθοποιό που εξελίσσεται σε ένα ρόλο, όπως έγινε µε τη δεύτερη σεζόν του «House of David». Γνωρίζαµε πολύ καλά τα σώµατα, τις κινήσεις, τους ήρωες και συνεχίσαµε να χτίζουµε µαζί µε τους ηθοποιούς. Και μεγάλη χαρά όταν στα fitting υπάρχει δηµιουργική συζήτηση, που πολύ συχνά επικεντρώνεται στα παπούτσια. Υπάρχουν πολλές ιστορίες κοστουµιών που ενηλικιώθηκαν µέσα από τα fitting. Δεν θα ξεχάσω όταν παρουσίασα στην Kristen [Stewart στο «Crimes of the Future»] το µεταλλικό λιλά des piéce. Μου είπε ότι το μωβ είναι το χρώµα που σιχαίνεται. Και µετά έσκασε στα γέλια λέγοντας πως το φορούν οι psychos, άρα ήταν τέλειο για τη σκηνή!».
Μόδα και στερεότυπα
Ποια είναι η προσωπική σας σχέση µε τη µόδα; Η επαγγελµατική διαδροµή σας την έχει επηρεάσει µέσα στα χρόνια;
«Η µόδα είναι σαν την ξαδέρφη που δεν βλέπεις συχνά αλλά την αγαπάς. Δεν την ακολουθώ – την παρατηρώ και τη θαυµάζω. Και όταν την χρειαστώ, τη συµβουλεύοµαι, της δανείζοµαι έναν ώµο, ένα κόψιµο, ένα ύφος. Και της επιστρέφω πάντα το ρούχο καθαρό».
Ο σχεδιασµός κοστουµιών, σύγχρονων ή εποχής, µπορεί να λειτουργήσει ως ένα εργαλείο σχολιασµού έµφυλων στερεοτύπων;
«Φυσικά. Όπως όλα τα εργαλεία της αφήγησης. Το σώµα πάνω στη σκηνή –ή στην οθόνη– δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Το πώς ντύνεται, πώς αποκαλύπτεται ή καλύπτεται, πώς κινείται, πώς το κοιτούν, όλα αυτά είναι σχόλιο. Όχι πάντα ηχηρό, αλλά πάντα παρόν».
Στη συνεργασία σας µε τον David Cronenberg στο «Crimes of the Future», πάνω σε ποια βάση δουλέψατε τα κοστούµια, πέρα από το αισθητικό σύµπαν του ίδιου του σκηνοθέτη φυσικά, αφού µιλάµε για µια sci-fi ταινία χωρίς ιστορικές ή άλλες αναφορές;
«Στο Crimes, το παρελθόν δεν υπήρχε. Ούτε και το µέλλον µε την κλασική έννοια. Οπότε έπρεπε να σχεδιάσω κάτι… µετέωρο. Είχα πει στον εαυτό µου πως αν υπήρχε µόνο µία φορά που θα άφηνα έναν άλλο κόσµο που θα δηµιουργηθεί από άλλον, δηλαδή τον Cronemberg και την αιώνια production designer του Carol Spier να µε καταπιεί — χωρίς αντίσταση — θα ήταν αυτή. Και όντως ήταν.Η εµπιστοσύνη του David και της Carol Spier µου έδωσαν χώρο να φτιάξουµε κάτι εξωανθρώπινο. Και, ναι, ήµουν fan πριν ξεκινήσουµε. Όπως είπε και ο ίδιος όταν του το είπα: “it helps”».
Η είσοδος της τεχνητής νοηµοσύνης στις τηλεοπτικές και κινηµατογραφικές παραγωγές τι εκτιµάτε ότι θα αλλάξει στον σχεδιασµό κοστουµιών µέσα στα επόµενα χρόνια;
«Το AI είναι απλώς ένα νέο ψαλίδι. Το θέµα είναι ποιος το κρατάει.
Δεν θα αντικαταστήσει τον άνθρωπο — τουλάχιστον όχι τον καλλιτέχνη που σκέφτεται δραµατουργικά. Το σηµαντικό είναι να ξέρεις πότε να το χρησιµοποιήσεις και πότε να το αγνοήσεις. Όπως κάθε νέο εργαλείο: θέλει γνώση, όχι φόβο, και να κρατάς γερά τα ηνία. Και µία δόση ειρωνείας Η τεχνολογία προσφέρει λύσεις. Η φαντασία προσφέρει κόσµους. Αν το πρώτο υπηρετεί το δεύτερο, είµαστε σε καλό δρόµο. Αν το αντίστροφο… αλλάζουµε επάγγελµα.»
Mayou Trikerioti: “An image without depth has no future”
The costume and set designer who has collaborated with Lefteris Voyatzis, Michael Marmarinos, and David Cronenberg speaks to us on the occasion of the release of Season 2 of the biblical drama series House of David, for which she designed the costumes.
In every theatre production, film, or TV series, while the spotlight settles on the actors, a large team is working tirelessly behind the scenes, imagining, building, holding it all together; often playing a role just as important, if not more so. This time, we turn the light toward Mayou Trikerioti: costume designer and set designer, London-based, internationally established, and still deliberately making space for Greek productions too.
She has dressed the actors of David Cronenberg (Viggo Mortensen, Léa Seydoux, Kristen Stewart in Crimes of the Future, 2022) and Alexandros Avranas (Jim Carrey, Marton Csokas, Charlotte Gainsbourg in Dark Crimes, 2016), and has worked in theatre with Michail Marmarinos and Lefteris Voyatzis.
She has also designed sets and costumes for both British and Greek productions, including Elena Rantou’s The Party of My Life (2022-2026), with its 4 year run of consecutive sold-outs.
The starting point for our conversation was her work as costume designer on Jon Erwin’s biblical drama series House of David, shot in Greece in co-production with Panagiotis Papahatzis’ Argonauts Productions, telling the rise of the biblical figure David, who ultimately becomes Israel’s most celebrated and glorified king.
A creative journey to 1000 BC
What have you taken away so far from your experience working on House of David?
It’s been a real lesson in how an international production can breathe through Greek creativity. It’s great to see Greek heads of department across such major areas—cinematography (Simos Sarketzis), costumes (Mayou Trikerioti), sets (Dimitris Ziakas)—working alongside international collaborators; it created a remarkably alive environment, where passion and discipline meet.
My collaboration with Argonauts and Panos Papahatzis has, once again, been excellent. Argonauts built a framework of trust and professionalism that allowed us to work creatively and with real cohesion. Panos understands the importance of the team, deeply as he genuinely invests in his people. I always appreciate the trust he shows me, and the result proves it every time.
“I miss period costumes,” you’ve said in a previous interview. What do you enjoy most about designing costumes for House of David?
The truth? I miss the cheek of the past—that resilience of material insisting on surviving for centuries. In House of David I welcomed a past so distant that it allowed me to reinvent it. As if someone said: “Show us what 1000 BC would look like if you had designed it.”
In the costumes for House of David, what’s the balance between historical accuracy and the freedom that distance in time allows?
It’s paradoxical, and beautiful: the deeper the research, the more creative the freedom. Faith in accuracy gives birth to freedom. If you don’t know where the limits are you can’t break them. My research tells me what existed. My imagination decides what would have existed if I’d had my way with history.
How do the conditions of the Greek locations, Mediterranean light and temperature shape the design and construction of the costumes?
A lot. Greek light doesn’t do you any favours. It reveals. It asks for fabrics that breathe, patterns that hold, costumes that sweat with dignity. Even when we ‘cheat’ in the details to keep actors cool in heatwaves or warm in the cold. It affects construction in the same way it matters whether characters ride horses or donkeys, whether they’re wounded or killed. And yes—dust leaves traces on a dress. Thankfully.
When you’re making period costumes, do you work strictly with the materials that existed then, or can modern materials still deliver a convincing result?
When building a world one needs to start from the truth of the materiality. It was one of our first and most seductive challenges, and that’s why we travelled to many countries to find fabrics and leathers in order to create this world.
Hand, needle, fabric that knows how to live. Embroidery, hand stitching even in places the camera never saw. No visible machine-stitch mark, ever, for an authentic sense of ‘antiquity’: a three-dimensional history.
And how do you create the weathered, lived-in effect?
You whisper a story to the fabric: Where have you been? How many times were you washed? Where were you wounded, where were you killed? Who mended you again when the child who wore you grew? A narrative built with mud, blood, sweat and tears and a dose of lyricism. All carved into a costume, as if it has already lived.
If House of David is, symbolically, the victory of the small and powerless over the giant, what’s its most important message for our time?
The small against the gigantic. The slingshot against the noise. Design against the system. The most resounding victories come from where we least expect them.
A childhood kingdom full of art
To go back to the starting point of Trikerioti’s artistic path, we have to travel back in time further than her studies at the University of Kent and her training at the Bristol Old Vic, to her childhood. As the daughter of poet Jenny Mastoraki and publisher Vaggelis Trikeriotis, she grew up, as she says, “in a house full of words and silences” and “among the shelves of the Protoporia bookshop (when I wasn’t at the till handing change in the 80’s).”
Your childhood was filled with books, literature, and theatre. How did that shape your later artistic path?
When I was a child, almost as something completely natural, an entire publishing house was built at home, with conversations in the living room and a lot of hard work. And the bookshop (almost same age as me) rose from a basement to street level, and by the time I was twelve it felt to the current place, enormous to my then eyes.
I grew up in a very loving environment, full of books and the sound of my mother’s typewriter as constant soundtrack in the house. Theatre people in our home had a human-sized presence. Lefteris. Vasilis they were a hug before my mind could grasp their artistic scale. Theatre magic belonged in the interruptions of normal life, when my mother said a rare ‘yes’ to a theatre translation. Then I had the luck to be in rehearsals and backstage me, then quietly shy; my mother correcting every word with precision; and discovering that magic is collaboration, persistence, and detail.
Television and cinema felt unattainable; almost as if they ‘belonged’ geographically to my uncle, director Nico Mastorakis, somewhere very, very far away in a place called Los Angeles, where even phone calls were difficult and expensive to make.
And from there I surfaced, with language and text as my compass, to study theatre and scenography, staying faithful to the idea that an image without depth has no future: to understand the language first, before I build the world.
And yet, in my first term at university, I envied the theatre education some classmates arrived with like they had secretly completed a month of study already.
Now, I can’t design without knowing what has been said, what hides in the pauses, and what still needs to be said.
Between worlds
When you create a theatre set, what are your usual sources of inspiration? And in Greek theatre, have budget limits ever forced compromises, or do you always find a way to realise a vision?
Inspiration comes from the text, the music, the geometry of the stage or the space. The budget is always small, even when it’s big. And a tight budget becomes a vehicle for imagination: it moves with momentum, builds new bridges of collaboration, sparks discovery. Sometimes, of course, it’s like a bad collaborator: it limits you, it annoys you; but it forces you to find solutions. Small productions nurture great generosity.
In costume design, what particular challenges did you face moving from theatre to film and TV?
They’re different professions: for a small stage you have to think theatrically; for camera you have to think about how fabric reads. But each one completes the other’s sense of scenographic materiality.
Camera sees differently to a theatre audience. It drives the eye to the detail. You have to be armed with patience and mathematics. On television, a striped fold can expose you. In theatre, it can elevate you. Different instinct, different patience, different geometry. But in the end, both are about how you tell the story.
Collaborations that inspire
How much does an actor’s temperament shape the design of a costume? Which actors you’ve worked with have inspired you most—through style, personality, movement?
I’m an excellent stalker. I search for photos, videos, I observe the way you observe someone you’re about to fall in love with. Movement. Body. Rhythm. How they walk, how they stand, where they stop. If I don’t understand those things, I can’t sew them… trousers. The costume has to obey them. It is often unpredictable - you never know who or what will inspire you when you’re designing. Collaboration elevates the costume itself. Otherwise it’s a disguise, not a character.
Quite often I don’t have the luxury of knowing who will play a role before I design the costume, and that raises the difficulty level —you need to be adaptable.
At the same time, it’s great pleasure when I am designing for the same actor evolving through a role, as it happened with Season 2 of House of David. We knew the bodies, the movements, the heroes and myself and my team kept building them together with the actors.
Also immensely rewarding when a fitting becomes a creative collaborative conversation …quite often centred on shoes!
There are many costumes that came of age inside the fitting room. I’ll never forget presenting Kristen [Stewart, in Crimes of the Future] with the metallic lilac des pièces. She told me purple is the colour she hates. Then she burst out laughing, saying psychos wear it, so it was perfect for the scene!
Fashion and stereotypes
What is your personal relationship with fashion? Has your professional path shaped it over the years?
Fashion is like the second cousin you don’t often see but you still love. I don’t follow it. I watch it, and I admire it. And when I need it, I consult it, borrow a shoulder, a cut, a style. And I always return her garments washed.
If set and costume design in theatre is the creation of a world, which Greek production do you feel allowed you to fulfil that mission most fully?
If I chose one, I’d do the others an injustice. Every work is its moment. It has the truth of its circumstances: the director, the financial frame, what’s happening in the world around you. Some productions stand the test time and come back. Others should be only in a specific moment. I believe in the right conditions, where all the materials of a performance or a film work in perfect harmony.
Can costume design—contemporary or period—function as a tool for commenting on gender stereotypes?
Of course. Like every tool of storytelling. The body on stage or on screen is never neutral. How it is dressed, how it is revealed or concealed, how it moves, how it is looked at, these are all ‘comments’. Not always loud, but always present.
In your collaboration with David Cronenberg on Crimes of the Future, what did you base the costumes on, beyond his own aesthetic universe—since it’s a sci-fi film without historical references?
In Crimes, the past didn’t exist. Nor the future in the classical sense. So I had to design something… suspended.
But if there was ever a time I would let another world swallow me whole without resistance, it was David Cronenberg’s world. Together with his eternal production designer, Carol Spier. And that’s exactly what happened. Their trust gave me space to build something beyond-human. And, yes, I was a fan before we began. As he said when I told him: “it helps.”
If you could choose, which theatre or film/TV production would you like to design costumes or sets for?
I don’t choose works. I choose circumstances. If the stage, the director, the material, and the moment meet the way they should, I’m there. I’m not interested in “replacing” anyone, or doing that dream project. What matters is to say something that’s yours, at the right time — not to inherit something that isn’t.
What do you think AI will change in costume design over the coming years?
AI is simply a new pair of scissors. The question is who’s holding it.
It won’t replace the human -or at least not the artist who thinks dramaturgically. What matters is knowing when to use it and when to ignore it. Like every new tool: it asks for knowledge, not fear and for you to keep a firm grip on its reins. Oh, and a dose of sarcasm. If not… we need to change profession.
Production Hub Interview
INTERVIEW with Rachel Elspeth Gross & Forbes
INTERVIEW with Close-Up Culture
CLICK FOR THE INTERVIEW WITH BIG VIC MEDIA!
CLICK FOR THE INTERVIEW WITH COSTUME CO!
Voice of Costume podcast interview
April 23, 2024
Travelling Ghosts
Interview with Director Thanos Anastopoulos.
“Ισως να ήταν και η καλύτερη εμπειρία γυρίσματος που είχα ως τώρα. Κυρίως με τους ανθρώπους που έρχονταν από Ελλάδα, σαν γιορτή σε μια δύσκολη περίοδο. Και κανείς δεν κόλλησε κόβιντ, είχαμε τρομερό πρωτόκολλο, αλλά είμασταν και τυχεροί. Θέλω να το πω, όσο κι αν ακούγεται κλισέ. Δεν θα γινόταν η ταινία χωρίς αυτούς τους καταπληκτικούς ηθοποιούς και συνεργάτες, τον Ηλία Αδάμη στη φωτογραφία και την Μαγιού Τρικεριώτη στα κοστούμια.”
"Ιt was possibly the best shooting experience I've ever had. Mainly with the actors coming from Greece, it was like a celebration in a difficult period. Nobody got covid; we had strict Covid protocol but we were also very lucky. I mean it, as cliche as it sounds: This film would not have been possible without these amazing actors and collaborators, cinematographer Ilias Adamis and costume designer Mayou Trikerioti.”
MY LIFE PARTY
Interview with Eleni Randou (writer/performer) about the upcoming “My Life Party” in Athens.
"Η Μαγιού Τρικεριώτη έχει φτιάξει ένα συγκλονιστικό σκηνικό που ίπταται είναι όλα στον αέρα γιατί είναι σαν τις μνήμες. Όλα τα έπιπλα είναι στον αέρα όπως και η μνήμη που είναι πιο αόρατη, πιο ρευστή. Είναι σαν να βρίσκεσαι στο βυθό και να βλέπεις προς τα πάνω. Είναι όλο τόσο ρευστό γιατί η μνήμη είναι ρευστή. Καμιά φορά θυμάσαι πράγματα έτσι, τα θυμάσαι αλλιώς και τελικά το παρελθόν καθορίζεται από το πώς θυμάσαι τη ζωή σου, δεν καθορίζεται από την ίδια σου τη ζωή. Το ίδιο πράγμα δύο διαφορετικοί άνθρωποι το θυμούνται αλλιώς ανάλογα με το ποιος είναι ο καθένας. Με τους υπέροχους φωτισμούς της Χριστίνας Θανάσουλα αλωνίζω την τεράστια αλάνα- σκηνή με απόλυτη ελευθερία και απόλυτη χαρά μαζί με τους μουσικούς που παίζουν ζωντανά."
“Mayou Trikerioti has created a sensational set that hovers -everything is in the air like memories. All the furniture is up in the air like our the memory which is invisible, fluid. It's like being at the bottom of the ocean looking up. It's all so fluid because memory is fluid. Sometimes you remember things one way or another, and in the end the past is determined by how you remember your life and not by life itself. Two people recall the same thing in a different way filtered by who they are. Under the wonderful lighting of Christina Thanasoula I wander the vast stage with both absolute freedom and absolute joy, joined by the String Demons who perform live.
rehearsal photograph
Fantômas
A piece I wrote on the costumes of Crimes of The Future for the amazing Belgian Film Magazine Fantômas
"Via de kostuums probeer ik verhalen te vertellen. De regels lagen vast, maar binnen dat zeer krappe kader, waarvan de elastische grenzen steeds bleven verschuiven, heerste er absolute vrijheid."
Kostuumontwerper Mayou Trikerioti schreef voor Fantômas #4 een tekst over haar werk voor Crimes of the Future. Ze bezorgde ons ook unieke ontwerpschetsen voor de kostuums van Léa Seydoux en Kristen Stewart.
Cronenbergs Crimes of the Future is nu te bekijken via Picl.be. Trikerioti's bijdrage vind je in ons vierde nummer: www.fantomas.be/shop
“Meeting with a new script is a long and suspenseful blind date. The first reading is slow and takes the best part of a full day, evoking images, colours and textures, evoking scents and sounds –the rhythm of its heartbeat— till you find yourself diving head first into the story’s reality, ready to say “I do”.
Now, if that script happens to come from someone you have admired for years, the blind date turns into an uFerly thrilling adventure, as it combines the treasured Familiar with the Great Unknown. (And your “I do!!!” has come long before that.)
I have been a fan of Cronenberg’s work for as long as I can remember – as far back as the nineties I can recall where I was and who I was with when I first watched Videodrome, Scanners, The Fly, Crash, Existenz, Dead Ringers... And I know I will now always remember the day I first Face-Timed with David Cronenberg, during a winter of global pandemic lockdown and only days before a near death experience.
Last time I brushed shoulders with Hollywood, I was called up 7 days before the fiUngs and 10 days before filming to replace a costume designer –starting the costumes from scratch. I had to fly within 24 hours to a foreign country, set up my headquarters in a hotel room, and work with people I’d never seen before. It was a scary but wonderful challenge. In the case of Crimes, driven by the mix of urgency and uncertainty that guided all projects in 2021, the“let’s do this yesterday – if possible, let’s see”, I had a glorioustime but also very very large shoes to fill. All of David Cronenberg’s films characters had been dressed by his late sister, costume designer Denise Cronenberg, responsible for so many iconic looks.
I can only feel blessed to have been able to research and co-create the world of Crimes of the Future alongside David Cronenberg and Carol Spier – his forever incredible Production Designer. Their generosity in making me feel an equal amongst giants will remain a landmark in my life.
Every step came with a cheeky Cronenberg smile and the phrase "so far so good”. A true auteur is one that always trusts his collaborators and lets them loose in his playground to breathe, play and create to their strengths.
Cronenberg never came to the fiUngs – he would okey my designs and then let me conspire with the actors, dress, undress, test and feedback on options, new findings, or even revelations. My favourite way of working. The rules were set, and in that there came absolute freedom within a very tight sandbox whose elastic boundaries kept shiaing.
I try to tell stories through the costumes, I like the characters to fill them and expand. In Crimes we had so many options for each character. I wish there were more scenes to try them all!”
Honoured to have had this interview with @NickSmurthwaite for @TheStage a propos de @CorelliOnStage over the moon!
https://www.thestage.co.uk/features/interviews/2019/designer-mayou-trikerioti-think-theatre-husband-film-lover/
Designer Mayou Trikerioti: ‘I think of theatre as my husband, while film is my lover’
Mayou Trikerioti
by Nick Smurthwaite - Apr 26, 2019
After training in the UK, Mayou Trikerioti returned to her native Greece to work on theatre and film projects before making her permanent base in London. As the British tour of Captain Corelli’s Mandolin opens, she tells Nick Smurthwaite about the challenges of recreating wartime Cephalonia on stage
The choice of Greek-born stage and costume designer Mayou Trikerioti to bring the best-selling novel Captain Corelli’s Mandolin – set on the Greek island of Cephalonia – to life on stage was always a no-brainer.
Dividing her time between Athens and London, Trikerioti is steeped in the culture and history of her homeland, though she has now adopted the UK as her base.
She says: “There are some things you can’t research, you just have to go with your gut feeling. I think I’m quite gutsy and instinctive in my approach to design, and I’m sure that has a lot to do with my Greek-ness.”
Louis de Bernières’ 1994 novel is a love story set against the background of the Italian and German occupation of Cephalonia during the Second World War. The main protagonists are the wounded Italian army captain Corelli and Pelagia, the headstrong daughter of a local physician.
In the pre-production period last year, producer Neil Laidlaw arranged a four-day field trip to Cephalonia for Trikerioti, director Melly Still and playwright Rona Munro, who adapted the book. “We spoke to elderly islanders who were young partisans at the time the novel is set,” says the designer. “It was incredibly helpful in bringing the story to life.”
Captain Corelli's Mandolin
1 of 3
Alex Mugnaioni and Mary-Williams in Captain Corelli's Mandolin. Photo: Marc Brenner
Mayou Trikerioti's model box
Costume designs
Because of the multiplicity of settings and locations, Trikerioti says her designs are “evocative of the time and place”, rather than painstakingly realistic in their depiction. “We don’t spell everything out visually. We’re inviting the audience to use their imaginations,” she says. “Melly wanted the sets to have a kind of precariousness to reflect what was happening in Cephalonia at that time, and its history, so that was a challenge.”
The director explains this further: “I didn’t want to make it conceptual, I wanted an open playing space but with a sense of the island’s vulnerability, as well as its beauty and elegance. Historically and strategically, Cephalonia has always been extremely vulnerable, not just politically but because it is on a fault line and has been subject to earthquakes.”
Because Captain Corelli will be playing a number of different venues big and small until July, Trikerioti had to keep in mind the adaptability factor. She says: “I’m mindful of the different specifications of each venue – even though you can’t let that drive your design aesthetic. It’s really the production manager’s job to see that the design can be made to fit each theatre, not mine.”
Continues…
Q&A Mayou Trikerioti
What was your first non-theatre job?
Working in my parents’ bookshop.
What was your first professional theatre job?
Designing Silence and Violence by Torben Betts at the White Bear, London.
What do you wish someone had told you when you were starting out?
That a designer has to be a business person as well.
Who or what was your biggest influence?
The Czech designer Josef Svoboda, and the directors Stefanos Lazaridis and Lefteris Voyatzis.
If you hadn’t been a designer, what would you have been?
A publisher.
Do you have any theatrical superstitions or rituals?
No.
Born into a bookish Athens family – her mother Jenny Mastoraki is a poet and translator, her father a publisher and bookshop owner – Trikerioti claims that she had already decided she wanted to be a scenic designer by the age of four, following a backstage visit to the National Theatre of Greece.
She also decided at an early age that she wanted to study, and possibly work, in the UK. “I knew I wanted to live and work in London because I loved it the first time I came here,” she says. She did the theatre studies course at the University of Kent – “I wanted a dramaturgical training as well as theatre design” – and went on to do a master’s degree at Bristol Old Vic Theatre School.
Not long after graduating from Bristol, Trikerioti got a designing job in Athens, where there is a thriving theatre community, and decided to move back, staying for six years. “It became impossible to establish myself in both places at once,” she says. “In Athens, I was offered jobs that were above my level of experience, and therefore quite challenging.”
Working frequently at the National Theatre of Greece, Trikerioti became best known in Athens for working on contemporary plays by writers such as Enda Walsh, Martin McDonagh, Steven Berkoff and Harold Pinter.
Such was her rapid progress that in 2007, aged 30, she was chosen by the International Theatre Institute to represent Greece at the Prague Quadrennial, exhibiting, among other things, her designs for Sarah Kane’s 1998 play Crave. By this time, Trikerioti had also moved into designing for the film industry in Greece and briefly considered giving up theatre altogether to concentrate on films.
What changed her mind? “I missed working in the theatre too much. I think of theatre as my husband, while film is my lover. My work in film has fed into my work in the theatre. I want to bring the same authenticity to both.”
Mayou Trikerioti's designs
1 of 4
Happy Days (2009). Photo: Mayou Trikerioti
All Stones All Sides at the Young Vic, London (2014). Photo: Helen Murray
Lysistrata at the open-air theatre in Epidaurus (2016). Photo: Patroklos Skafidas
The National Youth Theatre's Macbeth at the Garrick Theatre, London (2018). Photo: Mayou Trikerioti
Trikerioti returned to London to live and work in 2008, renting a studio at the old Truman’s Brewery in Spitalfields. She says: “It was tough because nobody knew me any more and design is a very competitive world. I had to set about reinventing myself.”
For a while, she tried to keep up the film work in Greece, commuting between the two countries, as well as keeping a foot in both stage and movie camps. “In the end I decided to put the brakes on the film work because I felt I would never re-establish myself as a stage designer otherwise. The big break was getting a job at the Young Vic, designing three Beckett plays for director Finn Beames, as part of the Taking Part season. It got the ball rolling and allowed me the freedom to do other things.”
She still returns to Greece every year or so to do a play or a film. “It is very hard to say no to the best Greek directors,” she says. “I’ve been lucky enough to work with directors who trusted my instincts and allowed me a sense of freedom. It means a lot of juggling especially now that I am a mother. Luckily I’m a workaholic, my brain always needs to be doing things.”
Her daughter Alina is now seven, old enough to be aware of what her mum does and to take an interest in it. Has Trikerioti found it hard to combine parenting with her busy schedule?
“One of the reasons I cut down the film work was that it was extremely difficult for me to be away from Alina for two months at a time. There were times earlier on when I was afraid to admit I had a child, and there was a sense of guilt when you had to excuse yourself because you were late to pick her up, but I think it has got better in the last few years.
“Producers and directors have definitely become more understanding in recent years, and I’ve observed that working mothers are much more upfront about what they need to do. In most cases, the shame factor is a thing of the past.”
‘I’ve been lucky enough to work with directors who trusted my instincts and allowed me a sense of freedom’
Trikerioti prides herself on being able to adapt to any space and scale, from the 13,000-seater Epidaurus Theatre on the Peloponnese, where she dressed Lysistrata in 2014, to the 70-seat Tristan Bates Theatre in central London. She has also worked on community projects that engage with young people, both in Athens and London.
She is a founding member of the community arts project Change of Art, a London-based theatre collective formed in 2017 to honour the memory of the murdered MP Jo Cox. They stage a festival of performance in June every other year with a view to bringing together people of different backgrounds and faiths for a day of celebration. They are currently working on this year’s festival.
Other future projects include a new opera in Denmark, the Society of British Theatre Designers exhibition at the V&A, and a new production of Macbeth in Greece in 2020.
Is she concerned about the impact of Brexit on her workload? “I feel very calm about the whole thing. I have a settled status in the UK. My only worry is for working abroad and the piles of paperwork Brexit will generate.”
CV Mayou Trikerioti
Born: Athens, 1976
Training: University of Kent; Bristol Old Vic Theatre School
Landmark productions: Crave, Theatro Kykladon, Athens (2003);The Caretaker, Aplo Theatro, Athens (2010); Macbeth, Garrick Theatre, London (2011); All Stones All Sides, Young Vic, London (2014-15); Lysistrata, Epidaurus Theatre, Greece (2014); The Soul of Wittgenstein, Omnibus Theatre, London (2018); Captain Corelli’s Mandolin, UK tour (2019)
Agent: Nigel Godfrey at Blue Box
Captain Corelli’s Mandolin is on tour until the end of June
Η Μαγιού Τρικεριώτη «ντύνει» τη νέα ταινία του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ που γυρίζεται στην Αθήνα
Mayou Trikerioti costumes the new David Cronenberg Feature that is shot in Athens
Interview to Lifo and Χρήστος Παρίδης 12.8.2021
Έχει συνεργαστεί με σκηνοθέτες όπως ο Μαστοράκης, ο Βογιατζής, ο Μαρμαρινός, ο Τζουμέρκας, ο Αντύπας, ο Φασουλής, δουλεύει για παραστάσεις του West End και αυτές τις μέρες ντύνει τον Βίγκο Μόρτενσεν, την Κρίστερν Στιούαρτ και 500 κομπάρσους στο νέο δυστοπικό φιλμ «Crimes of the Future» του αγαπημένου Καναδού σκηνοθέτη που γυρίζεται στην Αθήνα.
Μεγάλωσε μέσα στα βιβλία. Με μητέρα την ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη και πατέρα τον εκδότη Βαγγέλη Τρικεριώτη, δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Διάβαζε και ζωγράφιζε. Όσο θέατρο έβλεπε, το όφειλε μάλλον στη μητέρα της.
Τελικά, όταν ήρθε η ώρα να αποφασίσει τι θα γίνει, επέλεξε σπουδές σκηνογράφου και ενδυματολόγου στο Πανεπιστήμιο του Κεντ. Κι αν σε κάτι τη βοήθησαν όλα εκείνα τα βιβλία, η «προίκα» της, όπως λέει και η ίδια, ήταν ότι έμαθε να κατανοεί τους θεατρικούς και κινηματογραφικούς χαρακτήρες σε βάθος.
Στην Ελλάδα τη γνωρίσαμε μέσα από εμβληματικές παραστάσεις του Μαστοράκη, του Βογιατζή, του Μαρμαρινού αλλά και νεότερων, όπως ο Μοσχόπουλος και ο Λυγίζος. Επίσης, από ταινίες όπως η «Χώρα προέλευσης» του Τζουμέρκα και πρόσφατα το «Παρί» του Ετεμάντι. Εδώ και χρόνια έχει επιστρέψει στο Λονδίνο, απ’ όπου ξεκίνησε.
Αυτό το καλοκαίρι, ανάμεσα σε αποκαρδιωτικούς περιορισμούς λόγω Covid, έχει αναλάβει τη νέα ταινία που γυρίζει στην Ελλάδα ο διάσημος Καναδός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ με πρωταγωνιστή τον αγαπητό και δημοφιλή Βίγκο Μόρτενσεν. Μας μίλησε λίγο πριν από την πρώτη μέρα γυρισμάτων, στην Αθήνα του καύσωνα.
— Όταν αποφοιτά κανείς από θεατρικές σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου, περιμένει να τα βρει όλα ιδανικά. Ήταν ανώμαλη η προσγείωση στην πραγματικότητα, αντιμετωπίσατε σοβαρά προβλήματα στην εφαρμογή όσων μάθατε θεωρητικά;
Tο πανεπιστήμιο, μαζί με τη θεωρία, είχε και πράξη hardcore: ξύλα, καρφιά, πριόνια, σφυριά, μπογιές. Από την πρώτη κιόλας μέρα του πρώτου έτους, ο καθένας και το σκηνικό του, ο καθένας και τα εργαλεία του, με έναν αγαπημένο δάσκαλο, τον σκηνογράφο Κρις Μπο.
Σκληρή χειρωνακτική δουλειά είχε και η μεταπτυχιακή μου χρονιά στο Bristol Old Vic. Βγήκα, λοιπόν, στον έξω κόσμο αρκετά σκληραγωγημένη. Και μάλλον δεν προσγειώθηκα ανώμαλα, γιατί είχα την τεράστια τύχη να βρεθώ από τα είκοσι τέσσερα σε σπουδαίες παραστάσεις, με σπουδαίους ανθρώπους του θεάτρου.
— Ποια ήταν η πρώτη σας ελληνική παράσταση;
Η «Λούλου» του Βέντεκιντ σε σκηνοθεσία Αντώνη Καλογρίδη. Ήταν τότε που ο κινηματογράφος «Αθηναΐς» γινόταν θέατρο, κι εγώ, που έπρεπε να δουλεύω για ένα διάστημα μόνο με κατόψεις και μακέτες, έζησα μέσα στο γιαπί την αγωνία του ράβε-ξήλωνε, ώσπου να φύγει επιτέλους η οθόνη και να δω το πραγματικό βάθος του χώρου πίσω της. Αυτό το βάθος, που δεν ήταν αποτυπωμένο στα σχέδια της αίθουσας, θα έκρινε αν θα χωρούσε να χτιστεί το σκηνικό.
— Οι δουλειές με τις οποίες σας συνδέουμε στην Ελλάδα είναι κυρίως σκηνοθετών κύρους.
Είχα, όπως σας είπα, αυτή την τεράστια τύχη, αλλά δεν την είχα μόνο εγώ. Ήταν και η εποχή που οι καταξιωμένοι σκηνοθέτες ρίσκαραν να συνεργαστούν με πολύ νέους ανθρώπους. Μετά τη «Λούλου» ξαναγύρισα στο Λονδίνο για το «Silence and Violence» του Τόρμπεν Μπετς κι αμέσως μετά βρέθηκα πάλι στην Ελλάδα για τον «Επαγγελματία» του Ντούσαν Κοβάσεβιτς στο θέατρο της οδού Φρυνίχου, με σκηνοθέτη τον Μίμη Κουγιουμτζή.
Ακολούθησε ο Νίκος Μαστοράκης, που μου ζήτησε να του φτιάξω το σκηνικό για τις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» στο ΚΘΒΕ, έναν χώρο δυσανάλογο της ηλικίας και της πείρας μου. Στην τρέλα του Νίκου το χρωστάω αυτό το θαύμα. Αμέσως μετά κάναμε μαζί τον «Κουρέα της Σεβίλλης» για το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, που έφτασε μέχρι το Ηρώδειο. Κι ύστερα ήρθε ο Λευτέρης Βογιατζής με το «Λαχταρώ».
— Αυτές οι εμπειρίες με Μαστοράκη και Βογιατζή ήταν ένα νέο μεταπτυχιακό; Τι θα λέγατε ότι κερδίσατε από τον καθένα;
Ήταν πολλά χρόνια σπουδών συμπυκνωμένα! Με τον Νίκο γνώρισα τη γερμανική κουλτούρα και τη σχέση μεταξύ πραγματικού και σκηνικού χώρου. Με τον Λευτέρη, τον τρόμο της απόλυτης ελευθερίας κάτω από το βάρος ενός απόλυτου βλέμματος. Θα θυμάμαι πάντα με απέραντη ευγνωμοσύνη πόσο με εμπιστεύτηκε και πώς το πλημμυρισμένο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων έγινε μια επικίνδυνη, αλλά συναρπαστική πρόκληση.
— Η εμμονή του για τελειότητα;
Ήταν εξοντωτική και μαγική ταυτόχρονα, και κέντρισε και τη δική μου τελειομανία. Στο «Λαχταρώ» έσπασα ένα-ένα τα πλακάκια του δαπέδου, έδεσα μία-μία, με ατέλειωτα ξενύχτια, πολλές από τις μαύρες σκουπιδοσακούλες που βρίσκονταν βουλιαγμένες κάτω από το νερό.
— Στην Αγγλία θα είχατε τη δυνατότητα μιας τέτοιας εμμονικής αντιμετώπισης της λεπτομέρειας; Θα σας άφηναν να το κάνετε;
Και βέβαια θα με άφηναν, όπως με αφήνουν. Στο «Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι» π.χ. μέχρι πρόσφατα πρόσθετα με το σφυρί τα τσαλακώματα που χρειαζόμουν πάνω στο χάλκινο στέλεχος του σκηνικού. Και δεν θα σας πω για τα φροντιστηριακά αντικείμενα πολλών παραστάσεων, που είναι από μόνα τους μια άλλη ιστορία.
— Ποια θα λέγατε ότι είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ αγγλικού και ελληνικού θεάτρου;
Δεν βλέπω καμία. Ως επαγγελματίας βλέπω μόνο τις συνεργασίες, ενώ, ως κοινό, αποφασίζω ιδιωτικά τι μου αρέσει και τι όχι. Το αγγλικό θέατρο είναι σαν το ελληνικό, έχει όλες τις αποχρώσεις, μια πολύ μεγάλη γκάμα.
Όσον αφορά τη δουλειά, οι Άγγλοι είναι μεθοδικοί, έχουν ωράρια που τα τηρούν, λειτουργούν σαν βιομηχανία. Όλα μπαίνουν σε πλαίσιο εργασιακό κι αυτό προς το παρόν μού πάει πολύ, καθώς πρέπει να μεγαλώσω και την κόρη μου.
— Το αγγλικό θέατρο μοιάζει ιδιαίτερα ακαδημαϊκό. Εσείς βρίσκετε ενδιαφέρον το αποτέλεσμα;
Έτσι κι αλλιώς, το αποτέλεσμα είναι άρτιο. Αλλά εκεί υπάρχει και κάτι ακόμα, από τη μεριά του κοινού. Όταν πηγαίνεις να δεις μια παράσταση, νιώθεις πως συμμετέχεις σε κάτι που είναι για τους πολλούς, ενώ εδώ, σ’ εμάς, μερικές φορές νιώθω πως πηγαίνω σε κάτι που αφορά πιο κλειστούς κύκλους, μια ελίτ των «μυημένων» ίσως.
Στις θέσεις των πέντε λιρών στο Globe μένουμε όρθιες με την κόρη μου για δυόμισι ώρες και είναι τέλεια, γιατί είμαστε μαζί με άλλους γονείς με παιδιά, περιφερόμαστε, περνάμε καλά. Αυτό το θέατρο μ’ αρέσει πολύ. Βλέπουμε Σαίξπηρ σαν να πηγαίνουμε σε γιορτή της κανονικής μας ζωής.
— Λένε ότι υπάρχει μεγάλος σεβασμός για το θέατρο στην Αγγλία, είναι έτσι;
Υπάρχουν πάρα πολλά θέατρα και αξιοκρατία. Μπορεί να γίνει κανείς καλλιτεχνικός διευθυντής και μετά να εξελιχθεί ως σκηνοθέτης. Όλο και πιο νέοι ηλικιακά άνθρωποι γίνονται διευθυντές και εξελίσσονται κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Όσο για το κοινό, ναι, σέβεται το θέατρο και το τιμά και με το παραπάνω.
— Από την Ελλάδα αποφασίσατε να φύγετε λόγω κρίσης ;
Έφυγα το 2008, που δεν είχαμε ακόμα κρίση εδώ, είχε όμως εκεί. Έφυγα κυρίως επειδή αισθανόμουν καλύτερα στο Λονδίνο και είπα να το δοκιμάσω.
— Ξεκινώντας από την αρχή;
Από το μηδέν! Μόνη και έχοντας λείψει επτά χρόνια. Ήταν πολύ δύσκολο.
— Πώς ξεκινήσατε;
Με αγγελίες. Ξεκίνησα με σινεμά, διέκοψα λόγω εγκυμοσύνης και μετά πέρασα στο θέατρο, σαν να ξεκινούσα από την αρχή. Οι πρώτες μου δουλειές ήταν κινηματογραφικές, ίσως γιατί τα κινηματογραφικά «σύνορα» είναι πιο ελαστικά.
— Ποια ιδιότητα προτιμάτε, του σκηνογράφου ή του ενδυματολόγου;
Και τις δύο, αλλά στον κινηματογράφο θέλω να κάνω μόνο κοστούμια. Στο θέατρο εξακολουθώ να τα κάνω και τα δύο, αν και κάποιοι συνεργάτες μου επιλέγουν να μου αναθέσουν ή το ένα ή το άλλο. Είναι και ο τρόπος δουλειάς τους που οδηγεί σε αυτή την επιλογή.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, για τον οποίο έχω κάνει κοστούμια. Μου πάει πολύ η δουλειά που κάνουμε μαζί με τον Μιχαήλ δραματολογικά πάνω στους ρόλους.
— Πώς προσεγγίζετε δραματολογικά ένα κοστούμι; Έχει να κάνει με το ψυχογράφημα του ήρωα ή πρέπει να συμπληρώνει στυλιστικά τη σκηνοθεσία;
Είναι όλα μαζί. Και εξαρτάται πάντα από τον σκηνοθέτη και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί. Μου λείπουν όμως τα κοστούμια εποχής τώρα που πια υπάρχει η τάση να μετατοπίζονται ολοένα και περισσότερο σε ένα άχρονο σήμερα.
— Θυμάστε ένα κοστούμι που σας παίδευσε, αλλά εν τέλει αποδείχτηκε ιδιαίτερα πετυχημένο;
Παιδεύτηκα με τα κοστούμια στο «Λαχταρώ». Αυτά τα καθημερινά άχρωμα ρούχα, που μπορεί να έχουν ή να μην έχουν μια κρυμμένη ταυτότητα, είναι πάντα το πιο δύσκολο. Αφήστε που στο «Λαχταρώ» οι ήρωες είναι τελείως ρευστοί, κι όλοι μαζί είναι η Σάρα Κέιν.
— Υπάρχει ένα έργο που θα θέλατε πολύ να σκηνογραφήσετε και να ντύσετε;
Ήταν να κάνω τα σκηνικά και τα κοστούμια για μια όπερα που λέγεται «Song of a child», αλλά αναβλήθηκε λόγω κορωνοϊού. Τέλη Μαρτίου του ’20 θα έφευγα για το Χόλστεμπρο της Δανίας, την πόλη του Εουτζένιο Μπάρμπα. Λίγο πριν από το ταξίδι μου, έκλεισαν τα σύνορα και άρχισαν τα lockdowns, τα σχέδια μετατέθηκαν για το ’21, και πάλι πάγωσαν λόγω κορωνοϊού.
Σε επίπεδο επιθυμίας, ονειρεύομαι μια καθαρόαιμη «παντομίμα», το είδος του λαϊκού θεάτρου που ανθεί πάντα τον χειμώνα στην Αγγλία, Νοέμβριο με Ιανουάριο, και συνδυάζει ένα χιλιοειπωμένο παραμύθι, π.χ. σαν τον «Παπουτσωμένο Γάτο», με αναφορές στην επικαιρότητα και τολμηρά καλαμπούρια σε στυλ επιθεώρησης, με ήρωες υπερβολικούς και υπερβολικά κοστούμια, και με τη συμμετοχή του επίσης υπερβολικού κοινού.
— Κάνατε πρόσφατα στην Αγγλία το «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι», με συμβολικό σκηνικό και ρεαλιστικά κοστούμια…
Ναι, στα κοστούμια έμεινα εντελώς στην εποχή. Επειδή όμως στο «Μαντολίνο», που ανέβηκε με επιτυχία στο West End, έπρεπε να προβλέψω και τις ανάγκες της περιοδείας, το σκηνικό μου ήταν μια εγκατάσταση με όλα της τα props επίσης πιστά στην εποχή.
— Συνεργαστήκατε στην ταινία «Παρί» του Σιαμάκ Ετεμάντι, όπου τα κοστούμια σαφώς είχαν σημειολογικές αναφορές. Οι Έλληνες σκηνοθέτες συζητάνε τα κοστούμια σε βάθος;
Στην ταινία του Σιαμάκ ήταν το ταξίδι της Παρί που έπρεπε να αναδειχτεί μέσα από το κοστούμι της. Αλλά και με τον Σύλλα Τζουμέρκα, που έκανα μαζί του τη «Χώρα προέλευσης», συζητήσαμε πολύ. Και με τον Έκτορα Λυγίζο για τα «Αγνά Νιάτα», την πρώτη μου μικρού μήκους.
— Πώς σας επέλεξε ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ για το «Crimes of the Future»;
Πρέπει να είδε κάποιες ελληνικές ταινίες και να με διάλεξε από το «Παρί». Δεν ξέρω να σας πω λεπτομέρειες, που ελπίζω να τις μάθω αργότερα, αλλά όταν σε επιλέγει ο Κρόνενμπεργκ δεν λες «why me?», λες «wow!». Οι παραγωγοί ζήτησαν το βιογραφικό μου και τα σχετικά και μετά μίλησα με τον Κρόνενμπεργκ μέσω οθόνης. Δεν κρατήθηκα, του είπα από την πρώτη στιγμή ότι είμαι φαν κι εκείνος γέλασε και είπε «It helps». Ήταν γλυκύτατος. Είναι καταπληκτικός.
— Η πλοκή διαδραματίζεται στην Ελλάδα;
Όχι, σε μια δυστοπία του μέλλοντος, όπως στις παλιότερες ταινίες του Κρόνενμπεργκ από τη δεκαετία του ’90.
— Έχετε ξαναντύσει διάσημους ηθοποιούς, σε ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά. Τώρα έχετε να ντύσετε τον Βίγκο Μόρτενσεν, τις Λεά Σεντού και Κρίστεν Στιούαρτ. Πώς είναι η εμπειρία μέχρι τώρα;
Τώρα που μιλάμε, οι πρόβες των κοστουμιών γίνονται κάθε μέρα. Έντυσα προχτές τον Βίγκο Μόρτενσεν. Είναι υπέροχος, λιγομίλητος, ιδιοφυής. Μαζί με το κοστούμι, έχει φορέσει κιόλας τον ρόλο του. Σήμερα είχα την πανέμορφη Λεά Σεντού, που είναι απόλαυση να την ντύνεις. Ξαναβρήκα με χαρά μετά από είκοσι χρόνια τον Γιώργο Καραμίχο. Χτες είχα την Κρίστεν Στιούαρτ, φοβερό παιδί. Κάναμε τρελά γέλια. Μετά από αυτήν μπήκε ο Σκοτ Σπίντμαν σαν ανεμοστρόβιλος, έτοιμος να προβάρει και τον ρόλο του μαζί. Σημειώστε πως ντύνω παράλληλα πεντακόσιους κομπάρσους.
— Τα κοστούμια έχουν κάποιο ιδιαίτερο χαρακτήρα;
Σχεδιάστηκαν στο πνεύμα του Κρόνενμπεργκ. Είναι σύγχρονα, αλλά λίγο «κουνημένα». Με τον Κρόνενμπεργκ συζήτησα αρκετά, με πολλά moodboards και σχέδια. Καταλήξαμε σε τελικά σχέδια μαζί του και μαζί με τη μόνιμη production designer του, την Κάρολ Σπιρ, κι έτσι άρχισα να ντύνω τους ηθοποιούς.
— Πού γυρίζεται η ταινία;
Στο κέντρο. Νομίζω ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους επέλεξε την Αθήνα ο Κρόνενμπεργκ είναι τα ρημαγμένα κτίρια και οι βρόμικοι δρόμοι μας.
— Πώς είναι οι συνθήκες γυρίσματος με τον Covid;
Ακόμα είμαστε στις πρόβες των κοστουμιών, που είναι πολύ δύσκολες όταν ντύνουμε τους κομπάρσους. Με απανωτά τεστ, μοριακά και ράπιντ, και με «φυσαλίδες» ασφαλείας. Με τους ηθοποιούς όλα γίνονται κανονικά, όπως την εποχή πριν από τον Covid. Για τους κομπάρσους, όμως, μου είπαν ότι δεν πρέπει να βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μαζί τους, επειδή έρχομαι σε επαφή με τον Κρόνενμπεργκ και τους πρωταγωνιστές. Βλέπω τα κοστούμια από πέντε μέτρα μακριά, δεν μου επιτρέπεται ούτε να πλησιάσω ούτε να αγγίξω.
— Σας αντικαθιστούν οι βοηθοί σας;
Ναι, μπαινοβγαίνοντας εναλλάξ σε «φυσαλίδες» ασφαλείας. Αυτό το εξ αποστάσεως μπορεί να είναι απελπιστικό, όμως έχει γοητεία.
Έχω κάνει κι άλλες δουλειές με τον ίδιο τρόπο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο για το αγγλικό θέατρο. Το περασμένο φθινόπωρο έντυσα από το Λονδίνο την ταινία του Θάνου Αναστόπουλου «Τα φαντάσματα της Επανάστασης», που γυρίστηκε στην Ιταλία. Η ταινία είναι ένας συνδυασμός ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας με κοστούμια εποχής. Είχα μια βοηθό εδώ στην Ελλάδα και μια στην Ιταλία. Ψάχναμε στα βεστιάρια, ράβαμε μέσω Zoom, καθοδηγούσα με σχεδιαγράμματα, η απόσταση πολλαπλασίαζε και τον χρόνο και τα προβλήματα, όμως τελικά όλα πήγαν πολύ καλά, κι ας στερήθηκα τη χαρά του «από κοντά».
Click: Paris Tavitian
Interview at Texnes-Plus about Theatre, Covid-19 and the UK
Μαγιού Τρικεριώτη, Τι Γίνεται Με Την Πανδημία Στο Λονδίνο;
Από τη Γιώτα Δημητριάδη
Ο covid-19 δεν έχει κάνει μόνο τον ελληνικό θεατρικό κόσμο να παραμιλάει από ανασφάλεια για την επόμενη μέρας αλλά έχει πάρει και γιγάντιες διαστάσεις στις περισσότερες γωνιές του κόσμου... Τι γίνεται όμως στις μεγαλύτερες πρωτεύουσες της Ευρώπης; Τι μέτρα λαμβάνουν οι κυβερνήσεις και ποιες είναι οι σκέψεις των καλλιτεχνών για την επόμενη μέρα;
Τρεις Έλληνες καλλιτέχνες που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό μιλούν στο texnes-plus για όλα όσα βίωσαν και βιώνουν εν μέσω πανδημίας αλλά και για τον φόβο της επόμενης μέρας.
Ξεκινάμε το πρώτο μέρος του αφιερώματος με μια γεύση για όλα όσα συμβαίνουν στη Βρετανική πρωτεύουσα. Ρεπόρτερ μας σ' αυτή την περίπτωση η ενδυματολόγος- σκηνογράφος, Μαγιού Τρικεριώτη.
Μια καλλιτέχνης που έχει κάνει αίσθηση με τα σκηνικά και τα κουστούμια της, τόσο στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, όσο και σε γνωστές σκηνές της Αθήνας. Με εντυπωσιακές σπουδές στο αντικείμενό της από το Πανεπιστήμιο του Κέντ μέχρι τη σχολή του Οld Vic στο Μπρίστολ και στη London School of Fashion, η ταλαντούχα καλλιτέχνης τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται μόνιμα στο Λονδίνο. Επιστρέφει στην μαμά πατρίδα μόνο για να "δουλέψει μόνο με συγκεκριμένους ανθρώπους και συγκεκριμένα θέατρα", όπως μου διευκρινίζει.
Εν μέσω πανδημίας η Μαγιού παραμένει σε καραντίνα, ανησυχεί για το μέλλον και κάνει επανάληψη την τρίτη δημοτικού μαζί με την κόρη της, Αλίνα.
Εκείνη εξάλλου είναι και η "αντοχή της" στην πρωτόγνωρη κατάσταση που βιώνουμε....
Πώς βίωσες το διάστημα της καραντίνας; Ήταν πιο δύσκολο για σένα να είσαι εκτός Ελλάδος;
Δυσκολεύτηκα, όπως όλοι. Και εξακολουθώ να δυσκολεύομαι, μια και τώρα που μιλάμε, πρώτη βδομάδα του Ιουνίου, είμαστε ακόμη σε καραντίνα. Έχουμε κλείσει πια τους τρεις μήνες, και δεν χρειάζεται να εξηγήσω παραπάνω πόσο βαραίνει αυτό.
Η απαγορευμένη «κοινωνικότητα» δεν είναι διαχειρίσιμη. Προπαντός όταν η δουλειά σου, δηλαδή το θέατρο και το σινεμά, είναι κατεξοχήν δουλειά κοινωνική. Εκπαιδεύομαι λοιπόν --μαζί με τη μισή υφήλιο, τουλάχιστον— σε μια καινούργια πραγματικότητα. Τα φιλικά, τα οικογενειακά, τα επαγγελματικά, όλα περνούν από μια οθόνη. Πάλι καλά που υπάρχει κι αυτή, κι ας μην είναι ποτέ αρκετή.
Μετά από είκοσι χρόνια (δέκα συν δέκα, για την ακρίβεια, σε δύο δόσεις), η Αγγλία είναι «σπίτι» μου όσο και η Ελλάδα. Τα κλεισμένα μας σύνορα μού στέρησαν τους γονείς μου, όμως στάθηκα τυχερή, αφού μπορώ να περνάω όλη μέρα με την κόρη μου. Βγάζουμε παρέα την τρίτη δημοτικού (τα αγγλικά σχολεία δουλεύουν στο φουλ εξ αποστάσεως, και η ύλη είναι απαιτητική), και κάνουμε ό,τι κάνουν δυο κορίτσια, που περνούν πολύ καλά όταν είναι μαζί. Η Αλίνα είναι η αντοχή μου.
Πώς είναι η κατάσταση σήμερα στο Λονδίνο για τον τομέα του πολιτισμού; Έχει λάβει η κυβέρνηση ικανοποιητικά μέτρα για τη στήριξη των καλλιτεχνών;
Όλοι είναι αιφνιδιασμένοι. Παντού. Εδώ, σ’ εμάς, η κρατική βοήθεια προσπάθησε να ομαδοποιήσει τους επιδοτούμενους σε μισθωτούς και σε ελεύθερους επαγγελματίες, και να τους ενισχύσει ανάλογα με τα δηλωμένα τους έσοδα. Λογικό. Όμως ο κόσμος του θεάτρου και του κινηματογράφου συνδυάζει πολλές φορές και τις δύο ιδιότητες, με αποτέλεσμα, σ’ ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του, να εισπράττει μια επιδότηση στα όρια του συμβολικού ή και τίποτα.
Μέχρι τώρα που μιλάμε, τα θέατρα δεν έχουν λάβει κρατική ενίσχυση. Ένα κλειστό θέατρο στο West End του Λονδίνου, για να σου δώσω ένα παράδειγμα, «μπαίνει μέσα» 30.000 λίρες την εβδομάδα. Αν δεν γίνει κάτι δραστικό, πολλά μεγάλα θέατρα όπως το Old Vic, το Young Vic, το Globe, το Sadlers Wells, το Royal Opera House (και γενικά το 70% των σκηνών), δεν θα αντέξουν μετά τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο. Και υπάρχουν ήδη τέσσερα μεγάλα θέατρα εκτός Λονδίνου, που κήρυξαν πτώχευση.
Πώς βλέπεις πρωτοβουλίες όπως το “Support Αrt Workers”; Υπάρχει κάτι αντίστοιχο στο Ηνωμένο Βασίλειο;
Το “Support Art Workers” είναι η αρχή μιας ουσιαστικής διεκδίκησης. Έχει «φόρα», έχει και φωνή. Συμφωνώ όμως με τον Νίκο Χατζόπουλο, που λέει πως «χρειάζεται μια ψύχραιμη, μεθοδική αντιμετώπιση, ώστε να φτάσουμε σ’ ένα αποτέλεσμα».
Στην Αγγλία υπάρχουν πολλά και ισχυρά σωματεία και αυτή τη στιγμή προσφέρουν βοήθεια και πληροφορίες σε όλους. Έχουν επίσης γεννηθεί κάποιες νέες ομάδες και κινήσεις, που δεν σκοπεύουν να αντικαταστήσουν τα σωματεία, αλλά να διευρύνουν τον διάλογο: Είναι κοινή η ανάγκη όλων (από τους καταξιωμένους επαγγελματίες μέχρι τους απόφοιτους των θεατρικών τμημάτων, που δεν ξέρουν αν θα ασκήσουν ποτέ αυτό που σπούδασαν) να καταλάβουν, να καταλάβουμε, τι περίπου έχουμε μπροστά μας.
Όταν όμως κοιτάζω τα αστρονομικά ποσοστά της ανεργίας, σε παγκόσμιο επίπεδο, όταν διαβάζω τις ζοφερές προβλέψεις για την παγκόσμια φτώχεια που ήρθε και θα έρχεται, πραγματικά, δεν ξέρω τι άλλο να πω.
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ: ΜΑΓΙΟΥ ΤΡΙΚΕΡΙΩΤΗ
Written by OnlyTheater. Category: ΑΡΘΡΑ
Η Μαγιού Τρικεριώτη είναι σκηνογράφος και ενδυματολόγος. Φροντίζει, με λίγα λόγια, για την έκλυση φαντασίας και το στήσιμο ενός προσεγγγίσιμου μετα-κόσμου. Διαβάζοντας το κείμενό της, σκέφτομαι ότι το ισοδύναμο της φράσης "Είμαι τυχερός και ευγνώμων" είναι εκείνο το εξαίσιο "Είμαι γαλήνιος".
"Αισθάνομαι πολύ μα πολύ τυχερή για τους ανθρώπους που έχω συναντήσει στο θέατρο και για τα προικιά που μου χάρισαν.
Θυμάμαι με ευγνωμοσύνη:
Την εμπιστοσύνη του δάσκαλου Μίμη Κουγιουμτζή, και τον τρόμο της ευθύνης μου, όταν βρέθηκα να σκηνογραφώ στα είκοσι έξι μου χρόνια στην ιστορική Φρυνίχου. Κι εκείνα τα "Γράμματα για τον Τέγια", έναν ολόκληρο πάκο γράμματα, που ένα - ένα τα έγραψα με το χέρι και τα έβαλα σε φακέλους με τα σωστά γραμματόσημα από τη συλλογή της γιαγιάς μου, της Μαριάννας.
Τον Νίκο Μαστοράκη που μου έμαθε την τομή μεταξύ σκηνικού και πραγματικού χώρου. Που ένωσε δύο ξέχωρα κομμάτια του μυαλού μου και με ελευθέρωσε προς την απεραντοσύνη του σινεμά.
Τη χαρά της δουλειάς, τη δουλειά - διασκέδαση κοντά στον Αντώνη Καλογρίδη και τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο.
Την ελευθερία και την καθαρότητα του Θωμά Μοσχόπουλου, που έχει ένα μαγικό τρόπο να ενώνει μέσα μας όλους μας τους κρίκους, να μας ενώνει όλους μας, τον ένα με τον άλλο, και να πλέκει την παράσταση.
Τις σκανταλιές με τον Έκτορα Λυγίζο.
Το βάρος της λέξης, με τον Νίκο Χατζόπουλο. Τη στοργή του Αντώνη Αντύπα.
Την κινηματογραφική και την «εφ’ όλης της ύλης» επικοινωνία με το Θάνο Αναστόπουλο.
Την καθαρότητα και τη σταθερότητα του Μιχαήλ Μαρμαρινού: μια γεμάτη απογύμνωση που σου καθαρίζει το μυαλό.
Τα «όχι» μου, που όσο και να τα μην τα έχω μετανιώσει, με βαραίνουν.
Τον Λευτέρη Βογιατζή. Για τα πάντα."
*Φωτογραφία εξωφύλλου: "Αυτοκρατορία" σε σκηνοθεσία Μ. Μαρμαρινού (Κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη)
Δεύτερη φωτογραφία: "Μήδεια" σε σκηνοθεσία Αναστασίας Ρεβή (Κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη)
Χρύσα Φωτοπούλου
https://unholymesstheatre.com/interview-with-mayou/
Mayou Trikerioti trained at the Bristol Old Vic Theatre School after finishing her BA hons in Drama and Theatre Studies at the University of Kent.
Mayou is one of Greece’s most established theatre designers. She has worked at all the country’s major theatres and festivals including the National Theatre in Athens and the Ancient theatre of Epidavros. She now lives in London where she has recently designed at the Young Vic and Riverside Studios.
She works on all scales grand and small, and her portfolio ranges from plays that enjoyed successful runs of two-three years to one-off, site-specific performances.
Since 2007 Mayou has designed feature and short films that have traveled across the globe and screened at international film festivals, including Venice Film Festival, Berlin and Toronto IFF. Most recently she designed costumes for True Crimes, dressing amongst others Jim Carrey, Charlotte Gainsbourg and Agata Kulesza.
Who or what is your biggest influence?
Influence is a strange beast, as it keeps changing. In my work I try to be influenced by artists specific to the job at hand. Sometimes artists I have never heard of before but somehow appear when the time is right. Or maybe that is natural progression.
What piece of work that you have done are you most satisfied with and why?
I could not separate one journey from another. I am forever a perfectionist and design is also a collaboration so each one, hard, easy or bumpy has been a stepping stone that has taught me and hopefully made me a better person.
What advice would you give to someone starting out in your field?
To be persistent; to never give up and believe in yourself.
What is the importance of design in performance?
Design is one of the ‘ingredients’ of performance along with the play the performer(s), the lights, the sound and above all the director: the glue that holds all of this together. These ingredients are like the proverbial tree in the forest: They exist even when there is no ‘designer’ to look after them, and, just that underlines their importance. You cannot have a nothing space, a nothing costume, no lights.. The audience will always be looking at the performer(s) in a space, their garments, all lit in (a) way, listening to the sounds of a space and that consciously or subconsciously informs their experience.
What’s the biggest challenge facing artists at the moment?
The plethora of visual (and other) stimuli in all the arts, and being informed and educated of the past and the present.
What excites you about live performance?
The intimacy and immediacy of the event. I am watching something under specific conditions with (a few) other people and what I am seeing is in itself the same performance as yesterday and tomorrow, but also unique that precise day I am there.
If you hadn’t been a designer, what would you have been?
I cannot possibly imagine myself doing something different.
ΜΑΓΙΟΥ ΤΡΙΚΕΡΙΩΤΗ: “Θα έγδυνα σιγά-σιγά τον Αμλετ”
Επάνω, η Μίνα Αδαμάκη σε σκηνή από τις πρόβες της παράστασης «Ευτυχισμένες μέρες», για τις ανάγκες της οποίας η Μαγιού Τρικεριώτη (δεξιά) δημιούργησε μια ιδιότυπη εικόνα ριάλιτι
Ενας διάσημος πίνακας ζωγραφικής, το σαλονάκι που φαίνεται από μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα, τα ρούχα ενός περαστικού στον δρόμο. Ολα αυτά και ακόμη περισσότερα μπορούν ανά πάσα στιγμή να πυροδοτήσουν τη φαντασία της Μαγιούς Τρικεριώτη. Η νεαρή σκηνογράφος που πέρυσι δημιούργησε αίσθηση με τις δουλειές που υπέγραψε στο θέατρο, επανέρχεται δριμύτερη με τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ στο θέατρο Χώρα, και τον Εκτορα Λυγίζο να υπογράφει μια σκηνοθεσία που παραπέμπει στο άγρυπνο βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού. Η πρεμιέρα πραγματοποιείται απόψε και η Μίνα Αδαμάκη κρατά τον ρόλο της Γουίνι, ενώ τον σύζυγό της Γουίλι υποδύεται ο Ερρίκος Λίτσης .
«Η Γουίνι είναι μια γυναίκα μισοθαμμένη, φυτρωμένη, παγιδευμένη. Ο Μπέκετ κλέβει από την ηρωίδα του τη δυνατότητα της κίνησης και έτσι, μοναδικός της λόγος ύπαρξης είναι ο λόγος. Φλυαρεί λοιπόν ακατάπαυστα για να κρύψει την εσωτερική σιωπή της. Ο συγγραφέας δεν μας δίνει την αιτία, μόνο ένα ανέλπιδο σισύφειο παρόν. Με μοναδικό προικιό μια τσάντα με ό,τι της έχει απομείνει και τον Γουίλι ως αποδέκτη και αποκούμπι» σημειώνει η σκηνογράφος. Για το σκεπτικό του Βig Βrother (ανάμεσα σε κοινό και σκηνή θα μεσολαβεί ένα τζάμι και οι φωνές θα φθάνουν μέσω μικροφώνων) εξηγεί: «Με τον Εκτορα αρχίσαμε να μιλάμε για μια συνθήκη πειράματος. Ενα πείραμα που παρακολουθεί ο θεατής. Μέσα από την ανάγκη να τονιστεί η αναζήτηση της Γουίνι για επικοινωνία,ο χώρος σχεδόν ειρωνικά μετατράπηκε σε ένα στούντιο-κουτί κλεισμένο με τζαμαρία, με κάμερες να παρακολουθούν και να καταγράφουν τα πάντα σαν Μεγάλος Αδελφός. Μια εικόνα ριάλιτι, κατασκευασμένης πραγματικότητας».
Η Μαγιού Τρικεριώτη έχει σπουδάσει θέατρο και σκηνογραφία στο Πανεπιστήμιο του Κεντ, σκηνογραφώντας παραστάσεις με το σύστημα «φτιάξ΄ το μόνος σου»: «Από πριόνι, σφυρί και ξύλα ως πινέλο και ζωγραφική του ολοκληρωμένου σκηνικού». Ακολούθησε ένα «σκληρό μεταπτυχιακό» στη σχολή του Οld Vic στο Μπρίστολ. Από εκεί μετακόμισε στο Λονδίνο για να παρακολουθήσει μαθήματα ενδυματολογίας στο St. Μartin΄s και στη London School of Fashion και δούλεψε στις πρώτες «επαγγελματικές» παραστάσεις της. Στη μαμά πατρίδα έχει υπογράψει τη «Λούλου» του Αντώνη Καλογρίδη, τον «Επαγγελματία» του Μίμη Κουγιουμτζή, τους «Βρυκόλακες» του Εκτορα Λυγίζου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, κ.ά., ενώ πέρυσι σειρά είχαν οι «Εχθροί εξ αίματος» του Αρκά στο θέατρο του Νέου Κόσμου, «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» για το Παιδικό Στέκι του Εθνικού, «Η φάρσα της οδού Γουόλγουορθ» στο Από Μηχανής Θέατρο, επίσης σε σκηνοθεσία Λυγίζου.
Η ίδια θεωρεί ότι όσο καλό και αν είναι ένα σκηνικό, δεν μπορεί να απογειώσει μια μέτρια παράσταση. Πώς θα όριζε η ίδια ένα βαρετό ή ανούσιο σκηνικό; «Είναι εκείνο που παραμένει “ακατοίκητο” σε όλη τη διάρκεια μιας παράστασης». Και πότε ένα σκηνικό είναι επιτυχημένο; «Οταν γίνεται και αυτό παράσταση» . Ηρωες στιγματισμένοι από τα χιλιάδες ανεβάσματα, όπως ο Αμλετ, η Μπλανς Ντυμπουά ή η Λυσιστράτη, θα χρειαζόταν να κάνουν… στριπτίζ προτού αφεθούν στα χέρια της: «Θα τους έγδυνα σιγά σιγά από όλα τα ρούχα που τους έχουν φορέσει ως τώρα» λέει η Μαγιού Τρικεριώτη.
ΑΣΤΕΡΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009
Do I believe in the Fairy Tale Prince? Yes I do.
...so I was meant to be photographed on a set I was working on. Unfortunately what is the bedroom of Stergios from the film Homeland, after taking down the porn (part of he set) from the walls, made everyone think that this was my untidy bedroom!
ΜΑΓΙΟΥ ΤΡΙΚΕΡΙΩΤΗ: «Το ελληνικό θέατρο είναι συναρπαστικό»
από την ΕΛΕΝΑ Δ. ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ
Η είσοδός της στο ελληνικό θέατρο, πριν από δύο χρόνια, προκάλεσε αίσθηση, κάνοντας τα βλέμματα της «συντεχνίας» να στραφούν επάνω της. Η πρώτη σκηνογραφική δουλειά της, στη «Λούλου» του Βέντεκιτ, που σκηνοθέτησε ο Αντώνης Καλογρίδης, φωτεινή, πολύπλοκη, με τεχνικές δυσκολίες, δεν φανέρωνε έλλειψη εμπειρίας, ενώ αναδείκνυε το ταλέντο και τη φρεσκάδα της νιότης της.
Η Μαγιού, 24 μόλις Μαΐων, άρχισε να έχει προτάσεις συνεργασίας, παρ' ότι συνέχιζε να ζει και να εργάζεται στο Λονδίνο. Και έως τώρα έχει κάνει σκηνικά - κοστούμια στον «Επαγγελματία» του Ντούσαν Κοβάσεβιτς, που σκηνοθέτησε ο Μίμης Κουγιουμτζής στο «Θέατρο Τέχνης». Συνεργάστηκε με τη Ρένη Πιττακή στον απαιτητικό μονόλογο του Μπέκετ «Όχι εγώ», που σκηνοθέτησε η Ελπίδα Σκούφαλου. Έκανε σκηνικά - κοστούμια στον «Χειμώνα» του Γιον Φόσε, που σκηνοθέτησε η Βίκυ Γεωργιάδου για τη σειρά «Δοκιμές» του θεάτρου «Αμόρε», και πρόσφατα σκηνογράφησε τις «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» του Έντεν φον Χόρβατ, που ανέβηκε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη.
Αυτή την περίοδο συνεργάζεται με τον Λευτέρη Βογιατζή για το ανέβασμα του έργου της Σάρας Κέιν «Λαχταρώ» στο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων» και για τον «Κουρέα της Σεβίλλης» που σκηνοθετεί ο Νίκος Μαστοράκης στο ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου.
Όταν, σε διάστημα δύο ετών, ένα εικοσιεξάχρονο κορίτσι έχει τόσο δυναμική παρουσία στα «σπλάχνα» του ελληνικού θεάτρου, δεν υπάρχει αμφιβολία πως πλέει σταθερά και υπεύθυνα προς τις πλούσιες θεατρικές πηγές.
Η μικρούλα, τρυφερή Μαγιού, ακολούθησε τη φύση της. Έγινε σκηνογράφος. Μια απόφαση που πάρθηκε σε ηλικία πέντε ετών, βλέποντας στην αγκαλιά της μαμάς της τη «Σπασμένη Στάμνα», την ιστορική πρώτη παράσταση της «Σκηνής». Δεν λοξοδρόμησε. Σπούδασε σκηνογραφία στο Πανεπιστήμιο του Κεντ (1995-1999) και ενδυματολογία στη Θεατρική Σχολή του Old Vic στο Μπρίστολ (1999-2000). Παρακολούθησε μαθήματα ενδυματολογίας και ζωγραφικής στο Central St. Martin' s και στο London School of Fashion (2000 -2001). Αμέσως μετά την αποφοίτησή της άρχισε να δουλεύει σε θέατρα στο Κάντερμπερι, στο Μρίστολ, το Εδιμβούργο και το Λονδίνο.
Έχοντας την πολυτέλεια της επιλογής ανάμεσα σε δουλειές στην Αγγλία και σε δουλειές στην Ελλάδα, είναι σχεδόν αποφασισμένη. Γιατί «το θέατρο έξω είναι ενδιαφέρον, εδώ είναι συναρπαστικό».
ΤΑ ΝΕΑ , 07/05/2003 , Σελ.: P23
Αριστες Α' εξαμήνου
των Εφης Μαρίνου, Παρής Σπίνου, Σταυρούλας Παπασπύρου, Ματούλας Κουστένη
7 - 15/06/2003
Εδωσαν εξετάσεις και όλες τους πήραν «δέκα με τόνο». Καθεμιά στην τέχνη της. Η Μαγιού Τρικεριώτη στη σκηνογραφία, η Γιώτα Νέγκα και η Αντριάννα Μπάμπαλη στο τραγούδι, η Μαρία Σούμπερτ στο βιβλίο, η Αθανασία Κυριακάκου στα εικαστικά, η Νατάσα Σιούτα στο κλασικό μπαλέτο, η Αθανασία Καραγιαννοπούλου στη σκηνοθεσία και η Γιασεμή Κηλαηδόνη στο θέατρο. Το πρώτο εξάμηνο του 2003 συνάντησαν τη δημοσιότητα, όμως δεν επαναπαύονται. Οκτώ νέα κορίσια που ήδη έδωσαν δείγμα από το ταλέντο τους μιλούν για τα πρώτα τους βήματα, τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν, τις ευκαιρίες που τους δόθηκαν και ξετυλίγουν τις ελπίδες και τα όνειρά τους.
Μαγιού Τρικεριώτη
Σκηνογράφος-ενδυματολόγος
Ηρθε και θα μείνει απ' ό,τι φαίνεται. Με σπουδές στην Αγγλία αλλά και τις πρώτες επαγγελματικές της καταθέσεις σε θέατρα του Λονδίνου, του Μπρίστολ, του Εδιμβούργου και του Καντέρμπερι, η Μαγιού Τρικεριώτη απέκτησε μέσα σε χρόνο ρεκόρ μια σταθερή σχέση με το ελληνικό θέατρο.
Μοιάζει εύθραστη, η φωνή της θυμίζει έφηβη, η δουλειά της όμως φανερώνει συγκέντρωση και αποφασιστικότητα. Πρώτος ο Αντώνης Καλογρίδης έτυχε να δει πριν από δύο χρόνια το «μπουκ» της. Τη φώναξε για τη «Λούλου» του Βέντεκιντ στην «Αθηναΐδα». Εκείνη βρήκε λύσεις και μάλιστα ευφάνταστες στις πολύπλοκες σκηνικές απαιτήσεις της παράστασης. Εκεί εντόπισε τη δουλειά της ο Μίμης Κουγιουμτζής και της ανέθεσε το σκηνικό του «Επαγγελματία» του Ντούσαν Κοβάσεβιτς που ανέβασε στη Φρυνίχου με το Γιάννη Μόρτζο. Στην «αλυσίδα» προστέθηκε η Ρένη Πιττακή όταν της ζήτησε να ετοιμάσει το σκηνικό για το «Οχι εγώ» του Σ. Μπέκετ που παρουσίασε στους «Θεατρικούς Μονολόγους» της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας. Επίσης, τον Οκτώβριο, στο πλαίσιο των «Δοκιμών» του «Αμόρε» η Βίκυ Γεωργιάδου της ανέθεσε τα σκηνικά-κοστούμια για το έργο του Γιον Φόσε «Χειμώνας». Ακολούθησαν οι «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» του Εντεν φον Χόρβατ στο ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη. Ακόμα βρίσκεται σε... εκκρεμότητα η ολοκλήρωση του σκηνικού της για το «Λαχταρώ», τη δεύτερη Σάρα Κέιν που ανεβάζει ο Λευτέρης Βογιατζής στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων κάπου μέσα στον Ιούνιο... Αυτές τις μέρες πάντως η Μαγιού Τρικεριώτη βρίσκεται στο Αγρίνιο. Ξανά με τον Νίκο Μαστοράκη στην καλοκαιρινή παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ όπου ετοιμάζει ένα ποπ αρτ σκηνικό για τον «Κουρέα της Σεβίλλης». Η Αγγλία παραμένει πάντα ένα πεδίο ανοιχτό στην καριέρα της. Εχει τις διασυνδέσεις της, κάνει τα ταξίδια της, αλλά τώρα, λέει, τον τόνο δίνει ο έρωτας με την Ελλάδα: «Οι ευκαιρίες είναι ενδιαφέρουσες και τις αξιοποιώ. Δεν είναι μικρή εμπειρία να συνεργάζεσαι με τον Λ. Βογιατζή αλλά ούτε και το πέρασμα από το ένα θεατρικό είδος στο άλλο».
Copyright © 2001 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.
Photographed by the amazing Takis Diamandopoulos
Madame Figaro Interview
my first ever interview, for Tachydromos and Aris Vasiliadis back in 2001 (published 2002)

